Η μετοχή της Τράπεζας της Ανατολής

Δεκτή η προσφυγή 19 κατόχων μετοχών της Τράπεζας της Ανατολής κατά της Εθνικής Τράπεζας!!

Με την 5402/2020 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την Έφεση δεκαεννέα (19) κατόχων μετοχών της Τράπεζας της Ανατολής κατά της Εθνικής Τράπεζας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει πως η ειδική εκκαθάριση της Τράπεζας της Ανατολής είχε ολοκληρωθεί νόμιμα το 1932.

Η Τράπεζα της Ανατολής (Banque D’ Orient) ιδρύθηκε το 1904 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και την αντίστοιχη της Γερμανίας, οι οποίες ανέλαβαν να καλύψουν το μετοχικό κεφάλαιο. Το 1932 η Τράπεζα της Ανατολής εξαγοράστηκε και συγχωνεύθηκε με την μητρική της Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο ρόλος της Nationalbank für Deutschland, όπως υποστηρίζουν οι κάτοχοι των μετοχών, ήταν απλά «σκιώδης» στην όλη επιχείρηση και οι δύο πλευρές δεν είχαν την υποχρέωση ή τη θέληση να κρατήσουν τις μετοχές της Τράπεζας Ανατολής. Απλά, όπως ισχυρίζονται, ήθελαν να δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι κυοφορείται μια νέα διεθνής τράπεζα, για να προσελκύσουν τα κεφάλαια των ελληνικών πληθυσμών στην Αίγυπτο και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Μόλις το 1905 το ποσοστό της γερμανικής πλευράς έπεσε στο 4%, ενώ η Εθνική Τράπεζα διατήρησε ένα ποσοστό 49.51%. Το υπόλοιπο πωλήθηκε σε επενδυτές και τράπεζες.

Η Τράπεζα Ανατολής ίδρυσε στον πρώτο χρόνο της λειτουργίας της υποκαταστήματα, πρακτορεία, και υποπρακτορεία σε Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Ζαγαζίκ, Μοναστήρι, Μυτιλήνη, Σέρρες, Πέργαμο, Μαγνησία, Κωνσταντινούπολη και Αμβούργο.

Προς το τέλος του 1905, έγινε διπλασιασμός του μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή μόνο της γερμανικής πλευράς. Ακολούθησε η διχοτόμηση της τράπεζας σε δύο τμήματα, στην Τράπεζα της Ανατολής και την Orient Bank. Την τελευταία κράτησε η γερμανική πλευρά με το μισό εταιρικό κεφάλαιο και τα υποκαταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και το Αμβούργο, ενώ στη συνέχεια δημιούργησε το δικό της δίκτυο.

Από το 1906 έως το 1930 έγιναν επιτυχημένες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, στις οποίες και συμμετείχαν Έλληνες από την ομογένεια, κυρίως από την Αίγυπτο, σχεδόν μια δεκαετία μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Η Τράπεζα Ανατολής είχε καταφέρει να αντεπεξέλθει στην οικονομική δυσπραγία της περιόδου μετά το 1922, μέσω κερδοφόρων επενδύσεων και αποδοτικών δανειοδοτήσεων στον τομέα του εμπορίου βάμβακος στην Αίγυπτο.

Από το 1930, ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις για τη συγχώνευση της Τράπεζας Ανατολής, μίας από τις 4 μεγαλύτερες τράπεζες της εποχής, με την Εθνική Τράπεζα, η οποία διατηρούσε ένα μεγάλο ποσοστό μετοχών της πρώτης από τον καιρό της ίδρυσης ακόμη.

Σύμφωνα με τη σύμβαση εξαγοράς της τράπεζας, τρεις εκκαθαριστές ανέλαβαν την ειδική εκκαθάριση. Η Εθνική Τράπεζα υποστηρίζει ότι η ειδική εκκαθάριση ολοκληρώθηκε το 1932 με την ενημέρωση των εκκαθαριστών ότι το έργο τους έχει ολοκληρωθεί, ενώ η πλευρά των κατόχων μετοχών της Τράπεζας της Ανατολής διατείνονται ότι η ειδική εκκαθάριση ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Έκτοτε η υπόθεση έχει οδηγηθεί πολλαπλώς στις δικαστικές αίθουσες από τους κατόχους μετοχών κατά της Εθνικής Τράπεζας, τόσο στη Ρόδο, όσο και την Αθήνα, χωρίς να τελεσιδικήσει υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς.

Η αίτηση για τον ορισμό εκκαθαριστών κρίθηκε αρχικά κατά τη διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο αποφάσισε ότι η εκκαθάριση ολοκληρώθηκε νόμιμα, γιατί η Εθνική Τράπεζα δεν χρειαζόταν να ενημερώσει τους μετόχους για την πορεία της εκκαθάρισης, δεν υπήρχε η ανάγκη για δημοσιεύσεις στον Τύπο, ενώ η όλη διαδικασία της ρευστοποίησης είχε και «άνοιγμα», χωρίς το παραμικρό κέρδος.

Επί της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε Έφεση από 19 κατόχους μετοχών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ήταν εσφαλμένη και κατέθεσαν άνω των 25 λόγων έφεσης.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αποφάσισε τελικά ότι η Τράπεζα της Ανατολής απορροφήθηκε δι εξαγοράς την 31η Δεκεμβρίου 1932 από την Εθνική Τράπεζα, όλη η περιουσία της απορροφούμενης τράπεζας μεταφέρθηκε στην απορροφώσα, το νομικό πρόσωπο της Τράπεζας της Ανατολής λύθηκε και η Εθνική Τράπεζα κατέστη καθολική διάδοχος αυτής. Μάλιστα, αναφορικά με την εκκαθάριση, το Εφετείο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να γίνει εκκαθάριση της εταιρείας σύμφωνα με το νόμο “περί ανωνύμων εταιρειών”, αλλά ορίστηκε πως θα πραγματοποιηθεί ειδική εκκαθάριση με βάση τη σύμβαση εξαγοράς των δύο τραπεζών.

Το μόνο που απέμεινε στους κατόχους μετοχών της Τράπεζας της Ανατολής, οι οποίοι αποξενώθηκαν από την εταιρεία που πώλησαν και δεν έχουν την ενεργητική νομιμοποίηση για την κατά νόμο 2190/1920 εκκαθάριση της τράπεζας, ήταν η αποπληρωμή του τιμήματος εξαγοράς του τραπεζικού ιδρύματος που πούλησαν, μέσα από την ειδική εκκαθάριση στην οποία συμφώνησαν, και για αυτό η απόφαση δέχεται πως οι πρώην μέτοχοι έχουν καταστεί πλέον δανειστές της τράπεζας, εφόσον η ειδική εκκαθάριση ήταν κερδοφόρα.

Ήδη ο Ροδίτης Ελευθέριος Ρήνος έχει καταθέσει αγωγή κατά της Εθνικής Τράπεζας, στην οποία έκαναν πρόσθετη παρέμβαση δεκάδες κομιστές μετοχών, για την απόδοση χρημάτων από τον αλληλόχρεο λογαριασμό της ειδικής εκκαθάρισης της Τράπεζας της Ανατολής. Η αγωγή κατατέθηκε αρχικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το σκεπτικό ότι η Εθνική Τράπεζα εδρεύει στην Αθήνα.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1651/2020 προδικαστική του απόφαση ανέστειλε την πρόοδο της δίκης μέχρι να αποφασίσει το Εφετείο αν η ειδική εκκαθάριση ολοκληρώθηκε, αφού έκρινε ότι το θέμα της λήξης της εκκαθάρισης ήταν σημαίνον για την εκτίμηση των απαιτήσεων κατά της Εθνικής Τράπεζας. Μάλιστα, στην προδικαστική απόφαση, εκτός από τη σύνδεση του αλληλόχρεου λογαριασμού με τη λήξη της εκκαθάρισης, το δικαστήριο έκρινε πως η προσκόμιση γαλλόφωνης εφημερίδας από την Αίγυπτο, στην οποία η Εθνική Τράπεζα υποστήριξε ότι είχε δημοσιεύσει τον ισολογισμό εκκαθάρισης της Τράπεζας της Ανατολής, ήταν άνευ ουσίας, αφού δεν υπήρχε υπογεγραμμένος αυτός ο ισολογισμός και η Εθνική Τράπεζα τον υπέβαλε στο δικαστήριο ανυπόγραφο.

Τελικά, το Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την Έφεση του Ελευθέριου Ρήνου και των υπολοίπων κατόχων μετοχών, σημειώνοντας πως δεν υπήρξε η ανάγκη για την πραγματοποίηση εκκαθάρισης του νόμου 2190/1920, αλλά για μια συμβατική ειδική εκκαθάριση, για την τύχη της οποίας όμως το Εφετείο δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε κρίση.

Το Εφετείο Αθηνών, εκτός από την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης περί λήξης και ανοίγματος της εκκαθάρισης, αποφάσισε την επιστροφή του σχετικού παραβόλου στους αιτούντες και το συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Σύμφωνα με τους κατόχους μετοχών της Τράπεζας της Ανατολής, η αναγνώριση από το Εφετείο Αθηνών ότι έχουν καταστεί δανειστές της τράπεζας, συνεπώς οι μετοχικοί τίτλοι τους ενσωματώνουν χρηματική αξία, ανοίγει το δρόμο για τις διεκδικήσεις τους μέσω της ήδη κατατεθειμένης αγωγής.

Την έφεση χειρίστηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Καραμιχάλης, ενώ την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών χειρίζονται οι δικηγόροι Ιωάννης Καραμιχάλης και Δήμητρα Δασκαλάκη.